Διατροφή και καρκίνος του μαστού

Καρκίνος Μαστού

Ο καρκίνος του μαστού είναι ο συχνότερος καρκίνος των γυναικών στις αναπτυγμένες χώρες του κόσμου. Σύμφωνα με την Αμερικανική Εταιρία Καρκίνου (2008) ο καρκίνος του μαστού είναι μαζί με τον καρκίνο του δέρματος ο συχνότερα διαγνωσμένος καρκίνος στις γυναίκες: «Στις αναπτυγμένες χώρες οι τρεις πιο κοινοί τύποι καρκίνου στους άντρες είναι του προστάτη, των πνευμόνων και του παχέος εντέρου, ενώ στις γυναίκες, του μαστού, του παχέος εντέρου και του πνεύμονα.

Στις αναπτυσσόμενες χώρες, όμως, οι πιο κοινές μορφές καρκίνου είναι των πνευμόνων, του στομάχου, του ήπατος για τους άνδρες και του μαστού, του τράχηλου της μήτρας, του στομάχου για τις γυναίκες» (Garcia et al. 2007). Μολονότι οι κυριότεροι παράγοντες κινδύνου συνδέονται με αναπαραγωγικές και ορμονικές λειτουργίες, υπάρχουν εντούτοις αποδείξεις για τη συσχέτιση του καρκίνου του μαστού με ορισμένους διατροφικούς παράγοντες, και ειδικότερα τη συνολική πρόσληψη λιπιδίων, την κατανάλωση αλκοόλ και την παχυσαρκία.

Μερικές έρευνες διαπιστώνουν επίσης συσχέτιση με την κατανάλωση κρέατος ή με το επίπεδο πρόσληψης των κεκορεσμένων λιπαρών οξέων, ενώ άλλες παρέχουν ενδείξεις για πιθανό προστατευτικό ρόλο των βιταμινών Α και Ε, της β-καροτίνης και της ρετινόλης.

Σύμφωνα με την «Αμερικανική Αντικαρκινική Εταιρεία» (ACS), ο καρκίνος του μαστού είναι το πλέον θανατηφόρο νεόπλασμα στις γυναίκες και ο τρίτος πιο συχνός καρκίνος στον κόσμο.


Μολονότι οι αποδεδειγμένα καρκινογόνοι διατροφικοί παράγοντες είναι πολύ λίγοι, εντούτοις επιδημιολογικές έρευνες αποδεικνύουν ότι η διατροφή συνδέεται με την πιθανότητα εμφάνισης καρκίνου σε σημαντικό βαθμό.

Από πολλούς θεωρείται ότι οι διατροφικές συνήθειες μπορεί να σχετίζονται με το 30% των καρκίνων στις αναπτυγμένες χώρες και πιθανώς με το 20% των καρκίνων στις αναπτυσσόμενες χώρες (WCRF 1997).

Τα δεδομένα αυτά αναγορεύουν τη διατροφή στη δεύτερη μετά το κάπνισμα αιτία καρκίνου, η οποία μπορεί να προβλεφθεί.

Σύμφωνα με ορισμένες μελέτες, το 60% όλων των περιπτώσεων καρκίνου οφείλονται σε λάθος διατροφή.

Ιδιαίτερα στις αναπτυγμένες χώρες, το κυρίαρχο διατροφικό πρότυπο με τις μεγάλες ποσότητες σε κρέας, λευκό αλεύρι και ζάχαρη αυξάνει τον κίνδυνο για αρκετές μορφές καρκίνου.

Το κρέας είναι βέβαια καλή πηγή πρωτεϊνών, αλλά είναι πλούσιο σε ακόρεστα λίπη.

Πιθανότατα γι’ αυτό τον λόγο η μεγάλη κατανάλωση βοδινού και χοιρινού κρέατος αυξάνει τον κίνδυνο για καρκίνο του παχέος εντέρου και του προστάτη.

Επίσης, κατά το ψήσιμο, τηγάνισμα και μαγείρεμα κρέατος στον φούρνο δημιουργούνται από τις ζωικές πρωτεΐνες χημικές ενώσεις, γνωστές ως ετεροκυκλικές αμίνες, που θεωρούνται καρκινογόνοι. Για όλους αυτούς τους λόγους η κατανάλωση κρέατος θα πρέπει να περιορίζεται σε δύο το πολύ γεύματα την εβδομάδα.

Ο κίνδυνος περιορίζεται ακόμη περισσότερο όταν καταναλώνονται άπαχα κομμάτια κρέατος. Γενικά, πάντως, είναι προτιμότερη η κατανάλωση κοτόπουλου, γαλοπούλας και αρνιού από το βοδινό, μοσχαρίσιο και χοιρινό κρέας. Εκτός από το λίπος, καρκινογόνο δράση πιθανόν να ασκεί και η λευκή ζάχαρη.

Η ζάχαρη όχι μόνο είναι ένας άδειος φορέας ενέργειας χωρίς ζωτικές ουσίες, αλλά αυξάνει στον οργανισμό την έκκριση του αυξητικού παράγοντα IFG-1, που προσομοιάζει στην ινσουλίνη και που ωθεί κάποια κύτταρα σε διαίρεση, ενώ παράλληλα τροφοδοτεί με ενέργεια κάποια ήδη υπάρχοντα καρκινογόνα κύτταρα. Αυτό δεν σημαίνει ότι πρέπει να στερηθούμε τη χαρά των γλυκών ή των παγωτών, αλλά να περιορίσουμε την κατανάλωση λευκής ζάχαρης.


Η θέση της «Αμερικανικής Αντικαρκινικής Εταιρείας» (ACS) σχετικά με τη διατροφή των γυναικών που πάσχουν από καρκίνο του μαστού είναι η εφαρμογή των διαιτητικών κατευθυντήριων οδηγιών που ισχύουν για την πρόληψη του καρκίνου (Συστάσεις από την Αμερικανική Ένωση κατά του Καρκίνου «American Cancer Society Guidelines for Cancer Prevention») .

Είναι εμφανές ότι υπάρχει ανάγκη για εφαρμογή συγκεκριμένων διαιτητικών προτύπων -προγραμμάτων στην αντιμετώπιση των ασθενών με καρκίνο του μαστού προσαρμοσμένων στις ελληνικές διατροφικές συνήθειες και τον ελληνικό τρόπο ζωής.

Τέτοιο διαιτητικό πρότυπο αποτελεί η παραδοσιακή διατροφή της Ελλάδας (η κρητική διατροφή πριν από τη δεκαετία του ’60), η οποία έχει αποτελέσει τη βάση της ελληνικής εκδοχής της «Μεσογειακής διατροφής». Οι αναλύσεις των διαιτητικών προτύπων της διατροφής της Κρήτης ανέδειξαν την παρουσία διάφορων προστατευτικών ουσιών, όπως είναι το σελήνιο, η γλουταθειόνη, η ισορροπημένη αναλογία των ω-6/ω-3 απαραίτητων λιπαρών οξέων (EFA), η υψηλή περιεκτικότητα σε ίνες, διάφορα αντιοξειδωτικά (ειδικά η ρεσβερατρόλη που υπάρχει στο κρασί και οι πολυφαινόλες στο ελαιόλαδο), οι βιταμίνες Ε και C.

– Μην ξεχνάτε να καταναλώνετε τουλάχιστον 5 μερίδες φρούτων και λαχανικών ημερησίως. Να έχετε ποικιλία στα φρούτα και τα λαχανικά διότι κάθε τρόφιμο περιέχει διαφορετικά συστατικά που προστατεύουν τον οργανισμό όπως ινδόλες και τα ισοθειοκυανικά άλατα που ανευρίσκονται στο μπρόκολο και το κουνουπίδι.

Οι περισσότερες από τις προαναφερθείσες ουσίες έχει αποδειχθεί ότι σχετίζονται με χαμηλότερο κίνδυνο εμφάνισης καρκίνου, συμπεριλαμβανομένου και του καρκίνου του μαστού.

Τα ω-3 πολυακόρεστα λιπαρά οξέα φαίνεται ότι έχουν την ικανότητα για προστασία κατά της ανάπτυξης και εξέλιξης του καρκίνου. Ιδιαίτερα το δεκαεξανοϊκό οξύ (DHA), αυξάνει την ανταπόκριση στα χημειοθεραπευτικά φάρμακα .

Μεταβολές στα επίπεδα σεληνίου (Se) στον ορό, που είναι απαραίτητο για την αντιοξειδωτική άμυνα σε γυναίκες με καρκίνο μαστού, φαίνεται να είναι συνέπεια και όχι αιτία καρκίνου. Ενώσεις σεληνίου έχουν δειχθεί να αναστέλλουν την ανάπτυξη καρκινωμάτων σε πειραματόζωα, ιδιαίτερα σε συνδυασμό με δίαιτα χαμηλή σε λιπαρά. Εντούτοις, ο ακριβής μηχανισμός με τον οποίο οι ενώσεις σεληνίου ασκούν τη δράση τους δεν είναι γνωστός. Άλλες μελέτες in vitro δείχνουν αξιοσημείωτη αντικαρκινική δράση έναντι νεοπλασματικών κυττάρων και προτείνουν ότι η ενισχυμένη σε σελήνιο δίαιτα έχει δυνητικά πλεονεκτήματα υποστηρίζοντας έτσι τις προσπάθειες για περαιτέρω κλινική εφαρμογή.

Oι ισοφλαβόνες ανήκουν στις ασθενείς οιστρογονικές ουσίες, γνωστές ως φυτο-οιστρογόνα, οι οποίες έχουν την ικανότητα σύνδεσης με υποδοχείς οιστρογόνων. Οι ισοφλαβόνες έχουν συγκεντρώσει το ενδιαφέρον λόγω της πιθανής αντικαρκινικής τους δράσης, των καρδιοπροστατευτικών και οστεοπροστατευτικων αποτελεσμάτων τους, και λόγω της δυνατότητας να παρέχουν ανακούφιση από τα συμπτώματα εμμηνόπαυσης και βελτίωση της ποιότητας ζωής σε άτομα που έχουν επιβιώσει από καρκίνο μαστού.