Διατροφή και κατάθλιψη

Στην καθημερινή ζωή με τον όρο κατάθλιψη εννοούμε μια κατάσταση θλίψης και μελαγχολίας, αυτό συνήθως είναι παροδικό και μάλλον οφείλεται σε κάτι σχετικά ασήμαντο και επουσιώδες. Η κατάθλιψη διαφέρει από την Κλινική Κατάθλιψη η οποία χαρακτηρίζεται από συμπτώματα που διαρκούν πάνω από δύο εβδομάδες και είναι τόσο σοβαρά ώστε να επεμβαίνουν στην καθημερινότητα ενός ατόμου.

Στην ψυχιατρική ο όρος κατάθλιψη μπορεί επίσης να έχει αυτή τη σημασία αλλά συνήθως αναφέρεται σε μία ψυχική ασθένεια και ειδικά όταν δεν έχει φτάσει σε επίπεδο υψηλής σοβαρότητας ώστε να χορηγηθεί αυτή η διάγνωση. Η κατάθλιψη αποτελεί το τέταρτο στάδιο του μοντέλου της Κιούμπλερ-Ρος για την αποδοχή του θανάτου.

Όταν κάποιος έχει κατάθλιψη συνήθως περιγράφει τον εαυτό του ως λυπημένο, απεγνωσμένο, αποθαρρυμένο και απογοητευμένο.


Κατάθλιψη και άσκηση

Αρκετές έρευνες της τελευταίας δεκαετίας δείχνουν ότι η συστηματική συμμετοχή σε προγράμματα άσκησης και φυσικές δραστηριότητες, μειώνουν τα επίπεδα της κατάθλιψης . Τα άτομα με κατάθλιψη τείνουν να κάνουν καθιστική ζωή και να μην ασχολούνται με σπορ και φυσικές δραστηριότητες. Έτσι, τίθεται ένα ερώτημα αν είναι η κατάθλιψη που δημιουργεί τάσεις αδράνειας ή αν η καθιστική ζωή επιτείνει το πρόβλημα της κατάθλιψης. Βεβαίως, είναι πλέον παραδεκτό, ότι τα σπορ και οι φυσικές δραστηριότητες συνεισφέρουν στη σωματική και την ψυχική υγεία των ατόμων. Επιπλέον, τα άτομα που είναι κινητικά δραστήρια έχουν λιγότερες πιθανότητες να αναπτύξουν κατάθλιψη.

Τα άτομα δε που έχουν ήδη κατάθλιψη, μπορούν να προσφύγουν σε ψυχολογική ή φαρμακευτική υποστήριξη, αλλά μπορούν ταυτόχρονα να προσφύγουν και στα σπορ κα τις φυσικές δραστηριότητες και να βοηθηθούν ουσιαστικά. Στην κατεύθυνση αυτή υπάρχει ένα καλό και ένα κακό. Το κακό είναι ότι η συμμετοχή στα σπορ δεν είναι ένα χάπι που πρέπει να πάρει κανείς γρήγορα και εύκολα.

Το καλό είναι ότι τα σπορ δεν έχουν οικονομικό κόστος, και κυρίως, ενεργοποιούν εσωτερικά τα άτομα, να παλέψουν μόνα τους και να ξεπεράσουν τα προβλήματά τους. Τα άτομα δηλαδή, μέσα από τα σπορ καταλαβαίνουν, ότι όσο προσπαθούν, τόσο βελτιώνονται. Το πετυχαίνουν αυτό μόνα τους, χωρίς εξωτερική βοήθεια. Μόλις το καταλάβουν αυτό αυξάνεται η σιγουριά και η αυτοπεποίθησή τους. Πρώτα αυξάνεται η σιγουριά και η αυτοπεποίθησή τους για τα σπορ, αλλά πολύ γρήγορα αυτή η αίσθηση μεταφέρεται σταδιακά σε καθημερινά πράγματα και έγνοιες, στη δουλειά, στο σπίτι, στις κοινωνικές σχέσεις.

Κλινικές παρατηρήσεις και επιδημιολογικές έρευνες, έχουν δείξει ότι η σωματική δραστηριότητα μπορεί να μειώσει τον κίνδυνο εμφάνισης και ανάπτυξης κατάθλιψης στα άτομα γενικά, να περιορίσει τα συμπτώματα σε καρδιοπαθείς με ελαφριά και μέτρια κατάθλιψη, σε ασθενείς με ψυχιατρικά περιστατικά, και να μετριάσει αρνητικά συναισθήματα και την κατάθλιψη σε άτομα της τρίτης ηλικίας.

Μέσα από την άσκηση, επέρχεται επίσης ο έλεγχος του βάρους και η βελτίωση της σωματικής εικόνας, περιορίζοντας ταυτόχρονα και τα συμπτώματα της κατάθλιψης. Έτσι λοιπόν, για τη μείωση των συμπτωμάτων της κατάθλιψης μπορούν να οργανωθούν προγράμματα παρέμβασης, τα οποία περιλαμβάνουν φυσικές δραστηριότητες. Ακόμα και σε άτομα με μανιοκατάθλιψη, παρεμβατικά προγράμματα φυσικών δραστηριοτήτων, φαίνεται ότι έχουν ευεργετικό ρόλο στη βελτίωση της ψυχικής τους υγείας.

Γιατί η άσκηση βοηθάει στον περιορισμό της κατάθλιψης.

Σε γενικές γραμμές, η συμμετοχή σε σπορ και προγράμματα άσκησης και ανεβάζει τη διάθεση και οδηγεί στη μείωση των επιπέδων της κατάθλιψης. Η άσκηση αλλάζει τη διάθεση, μέσω της ρύθμισης του άγχους, της βελτίωσης της αυτοεκτίμησης και της εικόνας του σώματος και της ανόδου της αυτοπεποίθησης. Επίσης, η άσκηση, αλλάζει ή ρυθμίζει καλύτερα μια σειρά φυσιολογικών μηχανισμών στα άτομα με κατάθλιψη, όπως είναι η έκκριση των ενδορφινών, οι αυξομειώσεις στη θερμοκρασία του σώματος, κτλ.

Υδατάνθρακες

Η πιο σημαντική και ευρέως δοκιμασμένη ιδέα που αφορά την επίδραση των τροφών στη διάθεση είναι μια υπόθεση που έχει προταθεί από τον R. J. Wurtman και τους συνεργάτες του, βάσει της οποίας συνδέεται η λήψη υδατανθράκων με τη σεροτονεργική λειτουργία του εγκέφαλου και κατ’ επέκταση με τη διάθεση και τη συμπεριφορά.

Η σεροτονίνη είναι μια βασική χημική ουσία του νευρικού συστήματος και κατατάσσεται στην κατηγορία των νευροδιαβιβαστών. Καθορίζει βασικές λειτουργίες του νευρικού συστήματος, όπως η συναισθηματική μας κατάσταση, η διάθεση και η διαδικασία του ύπνου. Βασική δομική ουσία της σεροτονίνης είναι το αμινοξύ τρυπτοφάνη. Την ουσία αυτή τη βρίσκουμε κυρίως σε υδατάνθρακες, οπότε η κατανάλωση αυτών βοηθάει σημαντικά στην αύξηση της συγκέντρωσης τρυπτοφάνης στο πλάσμα και στην παραγωγή σεροτονίνης.

Μελέτες έχουν επιβεβαιώσει ότι η χορήγηση δια στόματος αποκλειστικά τρυπτοφάνης ή σε συνδυασμό με υδατάνθρακες επιφέρει σημαντική επίδραση στη συγκέντρωση πλάσματος της τρυπτοφάνης και περιορίζει το αίσθημα της υπνηλίας και της κόπωσης, μειώνει την υπνηλία και περιορίζει την όρεξη, καταστάσεις που χαρακτηρίζουν την κατάθλιψη. Ωστόσο η συμπληρωματική χορήγηση τρυπτοφάνης δεν κρίνεται απόλυτα ασφαλής.

Η καθημερινή πρόσληψη τρυπτοφάνης, από θρεπτικές πήγες, κυμαίνεται από 1 έως 1,5 γραμμάρια, ποσότητα ικανοποιητική για να καλύψει τις ανάγκες του νευρικού συστήματος. Επίσης, έχει προταθεί ότι η τρυπτοφάνη μειώνει την επιθετική συμπεριφορά. Τροφές πλούσιες σε τρυπτοφάνη είναι οι μπανάνες, τα ζυμαρικά, το ψωμί και τα λιπαρά ψάρια (σολομός, σκουμπρί, σαρδέλα) και κυρίως τα εκχυλίσματα ελαίων από ψάρια.

Τελευταίες έρευνες έχουν δείξει πως η κατανάλωση υδατανθράκων χαμηλού γλυκαιμικού δείκτη, που συνήθως βρίσκονται σε προιόντα ολικής άλεσης και σε μη επεξεργασμένα τρόφιμα, είναι περισσότερο βοηθητικοί καθώς απελευθερώνουν τη γλυκόζη σταδιακά και έχουν μεγαλύτερη περιεκτικότητα σε βιταμίνες και ιχνοστοιχεία.

Βιταμίνες Β

Πέρα όμως από την τρυπτοφάνη οι βιταμίνες Β6, Β12 και το φολικό οξύ είναι εξίσου απαραίτητες για τον σχηματισμό σεροτονίνης. Τροφές που παρέχουν αυτές τις βιταμίνες είναι οι πατάτες, οι μπανάνες, τα λαχανικά, τα ψάρια, το αβοκάντο, το κοτόπουλο και το μοσχάρι.

Ω-3 λιπαρά οξέα

Τα τελευταία χρόνια όμως πέρα από τους υδατάνθρακες έχει έρθει στο προσκήνιο και η κατανάλωση λίπους, συγκεκριμένα των ω-3 λιπαρών οξέων. Τα ω-3 είναι απαραίτητα λιπαρά οξέα, τα οποία δε βιοσυνθέτει ο οργανισμός και τα λαμβάνουμε αμιγώς εξωγενώς. Φαίνεται πως έχουν σημαντική επίδραση στην παραγωγή μιας ουσίας, της ιντερφερόνης-γ που σχετίζεται άμεσα με τη δημιουργία της κατάθλιψης καθώς καταφέρνει να μειώσει τα επίπεδα της σεροτονίνης μέσω μείωσης της τρυπτοφάνης. Τροφές πλούσιες σε ωμέγα 3 λιπαρά οξέα είναι τα ψάρια, όπως ο σολομός, οι σαρδέλες και το σκουμπρί, τα καρύδια και ο λιναρόσπορος.

Πρωτεΐνες

Οι πρωτεΐνες δομούνται από αμινοξέα. Τα 12 από τα γνωστά αμινοξέα βιοσυντίθενται στο σώμα και τα 8 λαμβάνονται αποκλειστικά από τη διατροφή. Τα αμινοξέα είναι βασικά στοιχεία για την παραγωγή νευροδιαβιβαστών ουσιών που σχετίζονται με τη διάθεση μας. Συγκεκριμένα, η ντοπαμίνη χρειάζεται το αμινοξύ τυροσίνη για να βιοσυντεθεί, ενώ η σεροτονίνη απαιτεί τρυπτοφάνη. Μια διατροφή για να θεωρείται επαρκής πρέπει να περιλαμβάνει όλα τα αμινοξέα. Έλλειψη αυτών προκαλεί συμπτώματα κατάθλιψης όπως μειωμένη διάθεση και υπνηλία. Τρόφιμα που περιέχουν πρωτεΐνη υψηλής βιολογικής αξίας είναι το κρέας, γαλακτοκομικά προϊόντα και τα αυγά, ενώ η πρωτεΐνη που λαμβάνουμε από τα όσπρια και τα φυτικά προϊόντα είναι χαμηλότερης βιολογικής αξίας καθώς υστερεί σε ένα ή δυο απαραίτητα αμινοξέα.


Βιβλιογραφία

(Wurtman and Wurtman 1995), J. J. (1993). «Depression and weight gain: the serotonin connection.» J Affect Disord 29(2-3): 183-192.
Wurtman, R. J. and J. J. Wurtman (1995). «Brain serotonin, carbohydrate-craving, obesity and depression.» Obes Res 3 Suppl 4: 477S-480S.
Wurtman, J. J. (1984). «The involvement of brain serotonin in excessive carbohydrate snacking by obese carbohydrate cravers.» J Am Diet Assoc 84(9): 1004-1007.
Bourre, J. M. (2005). «Dietary omega-3 Fatty acids and psychiatry: mood, behaviour, stress, depression, dementia and aging.» J Nutr Health Aging 9(1): 31-38.
Rao, T. S., M. R. Asha, et al. (2008). «Understanding nutrition, depression and mental illnesses.» Indian J Psychiatry 50(2): 77-82.
Gangwisch, J. E., L. Hale, et al. (2015). «High glycemic index diet as a risk factor for depression: analyses from the Women’s Health Initiative.» Am J Clin Nutr 102(2): 454-463.
Wurtman, R. J. and J. J. Wurtman (1995). «Brain serotonin, carbohydrate-craving, obesity and depression.» Obes Res 3 Suppl 4: 477S-480S.