Επεισόδια Έντονου Στρες Επηρεάζουν Αρνητικά το Ανοσοποιητικό μας Σύστημα

Γνωρίζατε ότι η απότομη αύξηση του στρες, καταστρέφει το ανοσοποιητικό σας σύστημα και σας κάνει πολύ πιο επιρρεπείς σε ασθένειες;

Το μυστικό κρύβεται στην μεγαλύτερη παραγωγή κορτιζόλης από τον οργανισμό, μιας ορμόνης που έχει χαρακτηριστεί ως η “ορμόνη του στρες”.

Πώς κορτιζόλη αποδυναμώνει το ανοσοποιητικό σύστημα
Η κορτιζόλη αποδυναμώνει το ανοσοποιητικό σας σύστημα για έναν καλό λόγο. Κατά τη διάρκεια περιόδων έντονου στρες, (όπως όταν οι πρώτοι άνθρωποι έπρεπε να αντιμετωπίσουν ένα αρπακτικό στην φύση) η αύξηση της κορτιζόλης στον οργανισμό βοηθάει στην μείωση της φλεγμονής μέσω της αποδυνάμωσης μερικών αντισωμάτων που μπορούν να την προκαλέσουν ή να την αυξήσουν. Έχει, επίσης, αποδειχτεί, ότι η κορτιζόλη ενεργοποιεί την φυσική ανοσία (την ικανότητα να παλέψει ο οργανισμός τα όποια προβλήματα άμεσα).

Αλλά η κορτιζόλη είναι χρήσιμη μόνο σε μικρές δόσεις. Όταν ο οργανισμός βρίσκεται σε παρατεταμένο στρες, το σώμα χρειάζεται αυτά τα Τ-κύτταρα και τα λευκά αιμοσφαίρια, και, δυστυχώς, η κορτιζόλη εξακολουθεί να τα καταστέλλει, αποδυναμώνοντας έτσι το ανοσοποιητικό σας σύστημα με την πάροδο του χρόνου.

Το αποτέλεσμα δεν είναι μόνο ότι μπορεί να αρρωστήσετε. Θα πρέπει ούτως ή άλλως να έρθετε σε επαφή με μικρόβια και για να συμβεί αυτό. Το κύριο πρόβλημα είναι ότι μόλις το (όποιο) μικρόβιο εισέλθει στο σώμα σας, θα χρειαστείτε περισσότερο χρόνο να το αντιμετωπίσετε και αν αναρρώσετε πλήρως.

Το σώμα σας, χρειάζεται αυτά τα κύτταρα του ανοσοποιητικού, τα οποία έχει καταστείλει η κορτιζόλη, προκειμένου να επιτεθεί στον ιό. Γι’ αυτό είναι πιο δύσκολο για το σώμα σας να ανταπεξέλθει σε τέτοιους κινδύνους, όταν το άγχος “συνθλίβει” το ανοσοποιητικό σας σύστημα.

Η χρόνια ψυχοκοινωνική και συναισθηματική πίεση έχει καλά τεκμηριωμένες αρνητικές επιπτώσεις επί του ανθρώπινου ανοσοποιητικού συστήματος, αυξάνοντας σημαντικά τον κίνδυνο της νόσου. Λιγότερες είναι οι γνώσεις μας σχετικά με τις επιπτώσεις στην υγεία των έντονων αλλά παροδικών επεισοδίων στρες, όπως είναι η πτώση από ένα αεροπλάνο. Μήπως αυτές οι στιγμές που προκαλούν πανικό, αυξάνουν επίσης τον κίνδυνο παθήσεων που σχετίζονται με το άγχος και τις διαταραχές, όπως η καρδιαγγειακή νόσος, η δυσλειτουργία του ύπνου, η καθυστερημένη επούλωση των πληγών, η κατάθλιψη και η παχυσαρκία;

Τι έδειξε μια σημαντική έρευνα

Μια ομάδα ερευνητών από διαφορετικά Πανεπιστήμια των ΗΠΑ, διερεύνησαν αυτό το ερώτημα, ζητώντας από τους συμμετέχοντες της έρευνας, να πηδήξουν κυριολεκτικά από ένα αεροπλάνο, λαμβάνοντας δείγματα αίματος πριν και μετά, ώστε να μετρήσουν βασικούς δείκτες ανοσολογικής απόκρισης.

 

«Στην καθημερινή μας ζωή, το έντονο στρες είναι διαχειρίσιμο και δεν προκαλεί φυσιολογικές βλάβες», δήλωσε η συντάκτρια της μελέτης Brinda Rana, PhD, αναπληρώτρια καθηγήτρια στο Τμήμα Ψυχιατρικής στο Πανεπιστήμιο της Καλιφόρνιας στο Σαν Ντιέγκο της Ιατρικής Σχολής. «Ωστόσο, για εκείνους που το βιώνουν συχνά, μπορεί να είναι ένας κίνδυνος για χρόνιες ασθένειες και διαταραχές, όπως η καρδιαγγειακή και η ανοσοποιητικά διαμορφωμένη φλεγμονή. Και δεδομένου ότι η υγεία του ανοσοποιητικού συστήματος είναι ζωτικής σημασίας για την προστασία έναντι των παθογόνων και άλλων ασθενειών, είναι σημαντικό να κατανοήσουμε την επίδραση των στρεσογόνων γεγονότων της ζωής στην ικανότητα του ανοσοποιητικού μας συστήματος για να κάνει σωστά τη δουλειά του».

Στη μελέτη συμμετείχαν 39 άτομα (24 άνδρες, 15 γυναίκες) που είχαν εγγραφεί οικειοθελώς τους σε μία σχολή skydiving στη Νέα Υόρκη. Οι συμμετέχοντες θα έκαναν ελεύθερη πτώση στην οποία θα συνδεόταν με ένα σχοινί με τον εκπαιδευτή, ο οποίος θα τους καθοδηγούσε στο άλμα, στην ελεύθερη πτώση και την προσγείωση.

Όλοι οι συμμετέχοντες ήταν υγιείς ενήλικες χωρίς ιστορικό καρδιακής ή ψυχικής ασθένειας. Χωρίστηκαν σε δύο ομάδες: σε 13 άτομα θα μετριόταν το RNA προφίλ έκφρασής τους για να κατανοήσουν τις μοριακές υπογραφές που συνδέονται με το άγχος και σε 26 άτομα θα μελετούσαν με κυτταρομετρία ροής για να αξιολογήσουν τις αλλαγές στη σύνθεση ανοσοκυττάρων στο αίμα.

Οι συμμετέχοντες παρείχαν δείγμα αίματος στις 9:15 π.μ. μία εβδομάδα πριν ή μία ημέρα μετά την πτώση. Την ημέρα της πτώσης, όλοι οι συμμετέχοντες ξύπνησαν στις 6:30 π.μ. και έφτασαν στο Πανεπιστημιακό Νοσοκομείο Stony Brook στη 7.30 π.μ., όπου συλλέχθηκαν τα δείγματα πριν την επιβίβασή τους στις 9:15 π.μ., μία ώρα πριν από την απογείωση.

Το πραγματικό άλμα σημειώθηκε στις 10:30 π.μ. όταν το αεροπλάνο έφτασε σε υψόμετρο 11.550 ποδιών. Οι αλεξιπτωτιστές προσγειώθηκαν πέντε λεπτά αργότερα, με τα δείγματα μετά την προσγείωση να λαμβάνονται στις 10:45 π.μ. και πάλι στις 11.30 π.μ. όταν επέστρεψαν στο νοσοκομείο.

«Παράλληλα ο εκπαιδευτής βοήθησε στη συλλογή αίματος» δήλωσε η Mujica-Parodi. «Κουβαλούσε τις προμήθειες μαζί του στο άλμα και ήταν έτοιμος να πάρει το αίμα αμέσως μόλις οι αλεξιπτωτιστές έφταναν στο έδαφος».

Επιπλέον, δείγματα σάλιου συλλέγονταν κάθε 15 λεπτά από τις 9:15 π.μ. μέχρι τις 11:30 π.μ. τόσο την ημέρα της πτώσης όσο και από την ημέρα ελέγχου στο νοσοκομείο.

Προηγούμενη έρευνα έχει δείξει ότι το έντονο, βραχυπρόθεσμο στρες προκαλεί μια μικτή αντίδραση ανοσολογικών αποκρίσεων, κάποιες ευεργετικές και κάποιες όχι. Για παράδειγμα, ο αριθμός των φυσικών κυττάρων δολοφόνων, τα οποία αποτελούν μέρος του έμφυτου ανοσοποιητικού συστήματος απόκρισης, αυξάνονται, αλλά η ικανότητα επούλωσης του δέρματος μειώνεται. Η καινοτομία της μελέτης, είπε η Rana, αξιοποιεί προηγμένα υπολογιστικά και μοριακά εργαλεία για την αξιολόγηση μεγάλης κλίμακας ανοσολογικών αποκρίσεων του συστήματος, για να εμφανίσει με μεγάλη λεπτομέρεια τις επιπτώσεις του έντονου, βραχυπρόθεσμου άγχους.

«Η μελέτη μας είναι η πρώτη που εξετάζει τις ραγδαίες μεταγραφικές (messenger RNA) αλλαγές στα λευκά κύτταρα του αίματος που εμφανίζονται πριν και μετά από ένα έντονα ψυχολογικά στρεσογόνο παράγοντα», είπε η Ράνα. «Εντοπίσαμε συγκεκριμένα γονίδια και μονοπάτια που εμπλέκονται τόσο στην έμφυτη όσο και στην προσαρμοστική ανοσολογική απάντηση τα οποία απορρυθμίζονταν ως απάντηση στο έντονο στρες της ελεύθερης πτώσης και τα οποία επέστρεψαν γρήγορα σε φυσιολογικά επίπεδα μία ώρα μετά το άλμα».

Οι ερευνητές σημείωσαν ότι οι μονάδες των συντονισμένα εκφρασμένων γονιδίων που ανταποκρίνονταν στο στρες, ήταν διαφορετικές μεταξύ ανδρών και γυναικών αλεξιπτωτιστών, κάτι που λένε ότι μπορεί να βοηθήσει στην εξηγήση των διαφορών των δύο φύλων που παρατηρούνται στην ανάπτυξη που σχετίζεται με καρδιαγγειακές και αυτοάνοσες διαταραχές που συνδέονται με το στρες, καθώς και με συνθήκες όπως το μετα-τραυματικό στρες (το οποίο είναι δύο φορές πιο συχνό στις γυναίκες).

Η Νάντια Μπέθελ με εμπειρία στις μολυσματικές ασθένειες, είπε, ότι αν και η έρευνα ήταν διερευνητική, έθεσε τις βάσεις για μελλοντικά, πιο λεπτομερή πειράματα για τη διαλεύκανση της επίδρασης των στρεσογόνων γεγονότων της ζωής και της έκθεσης σε παθογένειες στη λειτουργία του ανοσοποιητικού συστήματος.

 

«Η ανοσολογική απόκριση στο στρες είναι παρόμοια με την ανταπόκριση σε παθογένειες», δήλωσε η Μπέθελ. «To έντονο στρες ή λοίμωξη ενεργοποιεί το ανοσοποιητικό σύστημα, ενώ το χρόνιο στρες ή λοίμωξη έχει ως αποτέλεσμα την εξάντληση του ανοσοποιητικού συστήματος, καθιστώντας το λιγότερο αποτελεσματικό στην αντιμετώπιση των νέων στρεσογόνων γεγονότων ή νέων παθογόνωνΟι επιπτώσεις στα λευκά αιμοσφαιρία, που παρατηρήθηκαν σε αυτή τη μελέτη, ήταν πολύ παροδικές, επιστρέφοντας στα βασικά επίπεδα εντός μίας ώρας μετά την προσγείωση, αλλά με επαναλαμβανόμενο έντονο ή χρόνιο άγχος, αναμένεται ότι αυτές οι αλλαγές θα είναι περισσότερο μόνιμες και μπορεί να είναι παρόμοιες, τουλάχιστον εν μέρει, στις επιδράσεις μίας χρόνιας ιογενούς λοίμωξης».

 

Και συμπλήρωσε: «Μελλοντικές μελέτες θα μπορούσαν να συμβάλουν σημαντικά στον εντοπισμό γονίδιων για την ανάπτυξη θεραπευτικών στρατηγικών που θα βοηθήσουν τους ανθρώπους να αντιμετωπίσουν τις παρατεταμένες συνέπειες ενός στρεσογόνου παράγοντα ή για την καταπολέμηση των νέων μολύνσεων. Αυτό θα είναι ιδιαίτερα σημαντικό για τους ηλικιωμένους, οι οποίοι θα έχουν συσσωρευμένες επιπτώσεις των στρεσογόνων παραγόντων και λοιμώξεων σε όλη τη διάρκεια της ζωής τους».

 

Τα πορίσματά τους δημοσιεύονται στο τεύχος της 4ης Μαρτίου του περιοδικού “Brain, Behavior and Immunity”.