Ζωή, το είδωλο που αργοχάνεται

Ζωή, το είδωλο που αργοχάνεται

Έτυχε να συναντήσω, μια χειμωνιάτικη νύχτα, έναν Ξένο που προσπαθούσε να με πείσει ότι η ζωή είναι ωραία, κι ότι ο κόσμος είναι στ’ αλήθεια ένα απολαυστικό μέρος να ζει κανείς. Στεκόμασταν σε μια πλατφόρμα του σιδηροδρομικού σταθμού, κι έκανε πολύ, πολύ και βαρύ κρύο. Ο Ξένος φορούσε ένα ζεστό παλτό, αν και πρόσεξα ότι στο πέτο του ήταν καρφιτσωμένες δύο φρέσκες βιολέτες.

Άκουσα με προσοχή, από ευγένεια, τα λόγια του ∙ κι ο Ξένος, μπαίνοντας σιγά-σιγά στο βασικό θέμα της κουβέντας, πέρασε από μια συγκρατημένη καλή διάθεση σε κάτι που φαινόταν σαν ολοκληρωτικός ενθουσιασμός.

«Σκεφτείτε, αγαπητέ μου κύριε», είπε, «την εκπληκτική πρόοδο του πολιτισμού! Η ανθρωπότητα εφορμά απ’ το σήμερα στο αύριο – από εκείνο που δεν υπάρχει πια σ’ εκείνο που δεν υπάρχει ακόμα! Όλη μας η ζωή είναι προσανατολισμένη στο μέλλον. Αδιαφορούμε για όσα συμβαίνουν τώρα, ενώ αυτό που πρόκειται να συμβεί αποτελεί ζήτημα ζωτικής σημασίας. Αφιερώνουμε κάθε μέρα που περνάει σ’ ένα αύριο, που κι αυτό πρέπει με τη σειρά του να γίνει παρελθόν. Εκπληκτικό, δεν είναι; Το προφητικό πνεύμα βρίσκεται σε αέναη πρόοδο! Πορευόμαστε εις αναζήτηση των δυνατοτήτων, κι έτσι γινόμαστε κύριοι της γης, της θάλασσας, του ουρανού – ακόμη και κύριοι του ίδιου μας του εαυτού».

Τα λόγια του διακόπηκαν από την άφιξη μιας ταχείας αμαξοστοιχίας που μπήκε με μεγάλο θόρυβο στο σταθμό, ξεφυσώντας μεγάλα σύννεφα καπνού σαν θυμωμένος δράκος. Στο σταμάτημα του, οι κουρασμένοι επιβάτες, παραπατώντας κάτω από το βάρος των αποσκευών και των κουτιών που κουβαλούσαν, κατέβηκαν με γοργό βήμα στην πλατφόρμα κι εξαφανίστηκαν. Ο Ξένος πήγε να ξαναπάρει το λόγο, αλλά σήκωσα ξαφνικά το χέρι μου, ενιστάμενος σ’ όσα είχε πει.

«Φτάνει! Η πίστη σας στον πολιτισμό είναι αξιοθαύμαστη, καλέ μου κύριε, αλλά θα σας δείξω και την άλλη πλευρά του νομίσματος», του επισήμανα. «Η ταχεία αυτή – δεν σας δείχνει κάτι; Δεν αποτελεί σύμβολο; Μια προειδοποίηση; Πριν λίγο διέσχιζε τρέχοντας το σκοτάδι με ταχύτητα εξήντα μιλιών την ώρα – ένας μικρόκοσμος από μόνη της, και μέσα της στριμώχνονται ανθρώπινα όντα που μιλούσαν, γελούσαν, ονειρεύονταν, κι έτρωγαν σάντουιτς τυλιγμένα σε χαρτί. Και τώρα; Οι επιβάτες σκόρπισαν στις τέσσερις γωνιές της πόλης. Ο μηχανοδηγός πήγε σπίτι για το δείπνο. Κι ο γυαλιστερός χαλύβδινος κομήτης μετατράπηκε, απ’ τη μια στιγμή στην άλλη, σ’ ένα πράγμα αδρανές, σιωπηλό, ακίνητο, χωρίς σκοπό, που για όλους ήδη αποτελεί ανάμνηση».

Άναψα ένα τσιγάρο και στη λάμψη της φλόγας του σπίρτου, στύλωσα τη ματιά μου στο πρόσωπο του Ξένου. «Φανταστείτε, αν μπορείτε, ότι η δραστηριότητα σ’ όλο τον κόσμο ξαφνικά σταματάει. Φανταστείτε ότι όλα ακινητοποιούνται. Φανταστείτε την ανθρωπότητα ανίσχυρη να κάνει την παραμικρή κίνηση, να μένει παγωμένη, πετρωμένη, και παρ’ όλα αυτά καταραμένη να διατηρεί την ικανότητα της να σκέφτεται, να θυμάται, και να κρίνει τον εαυτό της. Φανταστείτε την απελπισία που θα επικρατούσε κάτω απ’ τη βαριά σιωπή που θα σκέπαζε αυτόν τον απότομα καθηλωμένο κόσμο! Πιέστε τον εαυτό σας, μια στιγμή μονάχα, να δει την τραγωδία… Άνθρωποι αιχμαλωτισμένοι και καθηλωμένοι – σε κάποιες περιπτώσεις, κατά την τέλεση κάποια ευυπόληπτης πράξης – χωρίς καμία προειδοποίηση. Μια χειρονομία που καθίσταται αιώνια. Καμία διαφυγή. Κανένας συμβιβασμός. Κοιτάξτε! Να, ένας τύπος που πιάνεται στον ύπνο.

Να ένας κλέφτης με σκληρό βλέμμα, γονατισμένος μπροστά από ένα ανοιγμένο χρηματοκιβώτιο, κρατώντας στο χέρι του έναν φακό που θα φωτίζει για πάντα την σκηνή του εγκλήματος. Να ένας άνδρας και μια γυναίκα, αιώνια καταδικασμένοι να στοχάζονται τον παράνομο έρωτα τους. Να, ένας δικαστής ντυμένος με τη μαύρη του τήβεννο. Να, ένας ζητιάνος, που πιάνει ένα ξεροκόμματο από τους βρώμικους υπονόμους μιας μεγάλης πόλης. Δείτε μια πουδραρισμένη γυναίκα, που χαμογελάει σε κάποιον νεαρό. Να, ένας φιλάργυρος έμπορος που χειρονομεί, σφίγγοντας ένα δολάριο στη βρώμικη του χούφτα. Να, ένας χασάπης στη μάντρα του σφαγείου, με το μαχαίρι του υψωμένο πάνω από ένα αβοήθητο ζώο. Να, ένας μελιστάλακτος ρήτορας που βουβάθηκε πάνω στο αποκορύφωμα της ομιλίας του. Κοιτάξτε ξανά! Ιδού, ένας στρατιώτης, με την ξιφολόγχη του καρφωμένη στο στήθος του εχθρού. Ιδού, ένας άνθρωπος που ανακατεύει δηλητήριο σ’ ένα πιατάκι, προετοιμάζοντας την αυτοκτονία του. Ορίστε, ένας μηχανουργός, αποκαμωμένος, κάτωχρος, σκυμμένος πάνω απ’ το ακίνητο τέρας που υπηρέτησε τόσο πολύ καιρό. Σκεφτείτε το. Δείτε μια πόρνη που χορεύει σ’ ένα καμπαρέ, ένα παιδί που μαλώνει μ’ ένα άλλο στην άμμο μιας παιδικής χαράς, έναν επιστήμονα που δεν μπορεί πια να αποστρέψει την κουρασμένη ματιά του απ’ την προσεκτική μελέτη μυριάδων αόρατων μικροβίων…».


ΠΡΟΜΗΘΕΥΤΕΙΤΕ ΤΑ ΒΙΒΛΙΑ ΜΑΣ

Ο Ξένος αναρίγησε.

«Πιστεύετε», συνέχισα, «ότι θα υπήρχε έστω κι ένα ανθρώπινο ον στον πλανήτη που θα ήθελε να ζει, για όλη την αιωνιότητα, τη στιγμή εκείνη στην οποία επέλεξε να τον ακινητοποιήσει το πεπρωμένο; Όχι! Χίλιες φορές όχι!

»Επιμένετε, αγαπητέ μου κύριε, ότι οι άνθρωποι ζούνε μόνο για το αύριο. Αυτό είναι αλήθεια. Η ζωή αποτελείται από όνειρα και προσδοκίες. Κάθε τι που υπάρχει μας φαίνεται θολό και δυσάρεστο ∙ η μόνη μας παρηγοριά είναι η γνώση ότι το παρόν δεν είναι παρά προοίμιο στο απολαυστικό και ειδυλλιακό αύριο. Μια καθολική θανατική καταδίκη θα στερούσε την ανθρωπότητα από την πίστη σε κάθε τι που θα κινούσε να κάνει. Η πραγματικότητα είναι άχαρη κι ασήμαντη. Εάν δεν υπήρχε το Αύριο, με την παντοτινή του υπόσχεση για θρίαμβο, ευτυχία και υγεία, η ανθρωπότητα θα αρνιόταν να ζήσει. Αν κάποιος είχε την ευκαιρία να ξαναζήσει απ’ την αρχή τη ζωή του, όπως ακριβώς ήταν πριν – ούτε καλύτερη, ούτε χειρότερη – τότε δεν θα επέλεγε να επιστρέψει, ούτε για ένα λεπτό, στις μέρες της νιότης του. Κάθε άνθρωπος επιθυμεί μια νέα ζωή, μια ζωή άγνωστη κι αχαρτογράφητη. Γιατί μόνο στο άγνωστο, στο αμυδρό κι αόρατο μέλλον, υπάρχει ειδύλλιο, ευκαιρία, αυταπάτη.

»Φέρτε πάλι στο νου σας, κύριε μου, ανθρώπους φυλακισμένους σ’ ένα ακατάλυτο σήμερα, αδρανοποιημένους σε ντροπιαστικές πράξεις – ένα πλήθος κολασμένων, σαν να τους έχει αποτυπώσει στον καμβά το χέρι ενός Μιχαήλ Αγγέλου, καταδικασμένους σε εγκλεισμό στην ίδια τους την θλιμμένη σάρκα! Τί εξευτελισμός! Δεν θ’ αναλογιζόντουσαν τις πρότερες ζωές τους με οργή και ταπείνωση, ενώ την ίδια στιγμή έχουν επίγνωση ότι θυσίασαν το παρόν τους σ’ ένα μέλλον που με τη σειρά του έγινε παρόν, κι ούτω καθεξής έως το πικρό τέλος, ακόμη κι έως τη στιγμή του θανάτου τους;»

Έπιασα τον Ξένο απ’ το μπράτσο. «Δεν βλέπετε;» φώναξα. «Η ζωή αναλώνεται μ’ εμάς να προετοιμαζόμαστε, μέρα με τη μέρα, ώρα με την ώρα, λεπτό με λεπτό, για κάποιο πράγμα που ποτέ δεν φτάνει! Ναι, η τραγωδία της ζωής έγκειται στο γεγονός ότι δεν είναι παρά ένα είδωλο… ένα είδωλο που αργοχάνεται… μια αντανάκλαση… που πάντα σβήνει. Τρέλα! Απελπισία!»

Μια άλλη ταχεία μπήκε με πάταγο στον σταθμό, και γι’ άλλη μια φορά οι επιβάτες κατέβηκαν γοργά στην πλατφόρμα, πάλι ο μηχανοδηγός βγήκε απ’ την καμπίνα, χασμουρήθηκε και σκούπισε το πρόσωπο του με το μανίκι του. Ο Ξένος με κοίταξε κάπως λυπημένος, και χαμογέλασε.

«Παρ’ όλα αυτά», δήλωσε, «υπάρχουν κάποια πράγματα που λατρεύω. Για παράδειγμα, την ομίχλη που κάθεται στο πρόσωπο του κόσμου, κρύβοντας τον άνθρωπο απ’ τους συνανθρώπους του. Και τα τρένα που κάνουν στάση, έπειτα από γρήγορα ταξίδια…»

Πήρε μια απ’ τις φρεσκοκομμένες βιολέτες απ’ το παλτό του και την έβαλε στο χέρι μου ∙ και ξαφνικά, σ’ εκείνο το θλιβερό και πικρόχολο μέρος, αναδύθηκε μια ευωδιά Άνοιξης, διαπεραστική, μεθυστική, και γεμάτη με μια μυστηριώδη υπόσχεση – μια υπόσχεση του ασαφούς και μακρινού Μέλλοντος.

Όταν σήκωσα πάλι τη ματιά μου, είδα ότι ο Ξένος είχε εξαφανιστεί.

Σημείωση

Ζωή, το είδωλο που αργοχάνεται: Lo Specchio que Fugge, δημοσιεύθηκε στο Il Tragico Quotidiano, 1906, έκδοση απ’ όπου έγινε η μετάφραση: Vanity Fair, τ. 13, Φεβρουάριος 1920.