Κάπνισμα και Σωματικό Βάρος

Το κάπνισμα είναι μια από τις μεγαλύτερες απειλές της δημόσιας υγείας. Είναι υπεύθυνο για 7 εκατομμύρια θανάτους ετησίως, εκ των οποίων περίπου έξι εκατομμύρια είναι καπνιστές ενώ περίπου 890.000 είναι παθητικοί καπνιστές.

Η καπνιστική συνήθεια έχει πολλές επιπτώσεις στην υγεία μας σε όλες τις ηλικίες. Κατά την εμβρυική ανάπτυξη, η έκθεση μπορεί να οδηγήσει σε αποβολή καθώς και σε ορισμένες γενετικές ανωμαλίες. Στην βρεφική ηλικία, μπορεί να προκαλέσει αιφνίδιο θάνατο ενώ στην παιδική ηλικία και στην εφηβεία μπορεί να δημιουργήσει πολλαπλά αναπνευστικά προβλήματα. Στους ενήλικες, οι επιπτώσεις του καπνίσματος εκδηλώνονται από την ηλικία των 30 ετών με αυξημένα καρδιαγγειακά νοσήματα ενώ αργότερα αυξάνεται η επίπτωση καρκίνου (κυρίως καρκίνου του πνεύμονα) και η θνησιμότητα από αναπνευστικά νοσήματα.

Πώς σχετίζεται το κάπνισμα όμως με το σωματικό βάρος; Σύμφωνα με πολυάριθμες επιδημιολογικές μελέτες ο αριθμός των τσιγάρων σχετίζεται θετικά με το σωματικό βάρος και οι «βαρείς» καπνιστές (>2 πακέτα/ημέρα) έχουν περισσότερες πιθανότητες να είναι παχύσαρκοι. Το γεγονός αυτό έρχεται σε αντίθεση με τη γενικότερη πεποίθηση ότι το κάπνισμα βοηθά στη ρύθμιση του σωματικού βάρους, αυξάνοντας το μεταβολισμό και δρώντας ως κατασταλτικό της όρεξης.

Ένα τσιγάρο αυξάνει κατά 3% την κατανάλωση ενέργειας για την επόμενη μισή ώρα. Η εξήγηση για την προσωρινή αυτή δράση συνδέεται με το γεγονός πως η νικοτίνη διεγείρει το συμπαθητικό νευρικό σύστημα το οποίο εκτός των άλλων επηρεάζει και τον μεταβολικό μας ρυθμό. Επίσης η νικοτίνη καταστέλλει την όρεξη για διάστημα 2 έως και 3 ωρών από το κάπνισμα ενός τσιγάρου, ενώ ενισχύει και την αίσθηση κορεσμού και πληρότητας μετά από το γεύμα.

Εξάλλου, οι καπνιστές έχουν μεγαλύτερες πιθανότητες να εμφανίσουν υπερθυρεοειδισμό, γεγονός που εξηγεί και τον αυξημένο μεταβολικό ρυθμό. Οι φυσιολογικές αυτές επιδράσεις του τσιγάρου, πιθανότατα εξηγούν το γιατί οι περισσότεροι καπνιστές  έχουν χαμηλότερο σωματικό βάρος από τους μη καπνιστές αλλά και το λόγο για τον οποίο αυτοί που διακόπτουν το κάπνισμα τείνουν να προσλαμβάνουν βάρος.

Όμως φαίνεται ότι η δράση αυτή του καπνίσματος δεν είναι εμφανής σε παχύσαρκα άτομα και βέβαια επηρεάζεται από την ένταση της φυσικής δραστηριότητας του κάθε καπνιστή. Γιατί οι «βαρείς» καπνιστές ζυγίζουν περισσότερο από τους «ελαφρούς» καπνιστές; Πιθανότατα οι «βαρείς» καπνιστές υιοθετούν γενικά ανθυγιεινές συνήθειες που οδηγούν στην αύξηση του σωματικού βάρους, όπως είναι η καθιστική ζωή, η ελάχιστη κατανάλωση φρούτων και λαχανικών και η κακή διατροφή και η συστηματική κατανάλωση αλκοόλ.

Αξίζει να σημειωθεί ότι οι περισσότεροι καπνιστές όταν προσπαθούν να κόψουν το κάπνισμα, αυξάνουν το σωματικό τους βάρος και έτσι επανέρχονται στις παλιές καπνιστικές τους συνήθειες. Η αύξηση στο σωματικό βάρος μετά τη διακοπή του καπνίσματος θεωρείται ότι οφείλεται αφενός στην αύξηση της θερμιδικής πρόσληψης και αφετέρου στη μείωση των ενεργειακών δαπανών.

Όπως φαίνεται λοιπόν από όσα προαναφέραμε, το κάπνισμα σχετίζεται ισχυρά με το σωματικό βάρος και τα άτομα που καπνίζουν πολύ έχουν περισσότερες πιθανότητες να γίνουν παχύσαρκα σε σχέση με αυτά που καπνίζουν λίγο ή και καθόλου. Από την άλλη πλευρά, η διακοπή του τσιγάρου οδηγεί στην αύξηση του βάρους, επίδραση που πιθανότητα εξασθενεί μετά την πάροδο 6 μηνών από τη διακοπή του. Φυσικά οι συνέπειες του καπνίσματος μακροπρόθεσμα είναι πολύ σοβαρότερες από την αύξηση αυτή του βάρους, οπότε δε θα πρέπει να λειτουργεί ως ανασταλτικός παράγοντας στην απόφαση για διακοπή της καπνιστικής συνήθειας.

 

Γιώτα Ροζάνα-Πέτρου

Πνευμονολόγος-Φυματιολόγος

American Medical Centre