Σύνδρομο της Στοκχόλμης

Το σύνδρομο της Στοκχόλμης είναι ένα ψυχολογικό φαινόμενο κατά το οποίο όμηροι εκφράζουν συμπάθεια και συμπόνοια και έχουν θετικά συναισθήματα προς τους απαγωγείς τους, μερικές φορές σε σημείο που να υπερασπίζονται και ταυτίζονται με τους απαγωγείς. Αυτά τα συναισθήματα γενικά θεωρούνται παράλογα υπό το πρίσμα του κινδύνου ή ρίσκου που υπέστησαν τα θύματα, οι οποίοι μπερδεύουν ουσιαστικά την έλλειψη κακοποίησης από τους απαγωγείς ως μια πράξη καλοσύνης.

Το Σύστημα Βάσεων Δεδομένων Ομήρων του FBI δείχνει ότι περίπου 8 τοις εκατό των θυμάτων παρουσιάζουν ενδείξεις συνδρόμου της Στοκχόλμης.

Όλα ξεκίνησαν στις 23 Αυγούστου του 1973όταν δύο οπλισμένοι εγκληματίες εισέβαλαν σε μία τράπεζα στη Στοκχόλμη της Σουηδίας. Καθώς πυροβολούσαν, ο ένας δραπέτης φυλακών από τους δύο, ο Jan- Erik Olsson, ανακοίνωσε στους τρομοκρατημένους υπαλλήλους της τράπεζας ότι «Το πάρτυ μόλις άρχισε!». Οι δύο ληστές κράτησαν για τις επόμενες 131 ώρες τέσσερις ομήρους, τρεις γυναίκες κι έναν άνδρα, γύρω από τους οποίους είχε τοποθετηθεί δυναμίτης. Κρατήθηκαν στο θησαυροφυλάκιο της τράπεζας.

Οι όμηροι, ωστόσο, παρουσίασαν μία παράξενη συμπεριφορά. Ναι μεν, απειλήθηκαν, κακομεταχειρίστηκαν και φοβόντουσαν για τη ζωή τους για πάνω από πέντε ημέρες, στις συνεντεύξεις, όμως, που έδωσαν στα μέσα ενημέρωσης ήταν ξεκάθαρο ότι υποστήριζαν τους εγκληματίες που τους κράτησαν ομήρους και στην πραγματικότητα ότι ένιωθαν φόβο για τους αστυνομικούς που ήρθαν να τους απελευθερώσουν. Οι όμηροι είχαν αρχίσει να αισθάνονται ότι οι δύο ληστές στην πραγματικότητα τους προστάτευαν από την αστυνομία. Περιήλθαν σε μια ιδιαίτερη ψυχολογική κατάσταση που διαμορφώνεται υπό κάποιες συνθήκες, κυρίως σε
θύματα απαγωγής, αλλά και κακοποίησης, το λεγόμενο «Σύνδρομο της Στοκχόλμης».

Ο όρος «Σύνδρομο της Στοκχόλμης» (Stockholm Syndrome) καθιερώθηκε από το Σουηδό ψυχίατρο και εγκληματολόγο Nils Bejerot που βοήθησε την αστυνομία κατά τη διάρκεια τής ληστείας τής τράπεζας Sveriges Kreditbank, στο Normalstong της Στοκχόλμης. Αυτή η ταύτιση αποτελεί έναν
μηχανισμό άμυνας, που βασίζεται (συνήθως ασυνείδητα) στην ιδέα ότι ο εγκληματίας δεν θα βλάψει τον αιχμάλωτο εάν αυτός είναι συνεργάσιμος και ακόμη αν τον υποστηρίζει απόλυτα. Ο αιχμάλωτος προσπαθεί να κερδίσει την εύνοια του εγκληματία με σχεδόν παιδαριώδη τρόπο. Ο όμηρος συνήθως αντιλαμβάνεται τις προσπάθειες όσων επιδιώκουν να τον σώσουν, ως ενέργειες
που πιθανώς θα τον βλάψουν αντί να επιτύχουν την απελευθέρωσή του.

Προσπάθειες διάσωσης μπορεί να μετατρέψουν μία ανεκτή κατάσταση σε θανατηφόρα. Σε τελική ανάλυση, το συναισθηματικό δέσιμο με έναν κακοποιό είναι στην πραγματικότητα μία στρατηγική επιβίωσης για τα θύματα κακοποίησης και εκφοβισμού.

Το πιο παράδοξο για εκείνο το περιστατικό της Στοκχόλμης είναι ότι αργότερα, μία από τις τρεις γυναίκες αρραβωνιάστηκε τον έναν από τους δύο κακοποιούς και μία άλλη ίδρυσε ένα νόμιμο ταμείο υπεράσπισης με σκοπό να συνδράμει στα έξοδα υπεράσπισης των κακοποιών.

Συμπτώματα του «Συνδρόμου της Στοκχόλμης»

Θετικά συναισθήματα από το θύμα προς το άτομο που το κακοποιεί ή το ελέγχει

Αρνητικά συναισθήματα από το θύμα προς την οικογένειά του, τους φίλους ή τις αρχές που προσπαθούν να το «σώσουν»

Υποστήριξη για τους λόγους που οδηγούν το θύτη στη συγκεκριμένη συμπεριφορά

Θετικά συναισθήματα του θύτη προς το θύμα

Υποστηρικτική συμπεριφορά του θύματος προς τον θύτη, τον βοηθάει και τον στηρίζει

Ανικανότητα του θύματος να φερθεί με τρόπο που να διαλύσει το δεσμό του με τον θύτη του

Γιατί το θύμα αγαπά το βασανιστή του;

Το συναισθηματικό δέσιμο με τον θύτη αποτελεί στην ουσία μια στρατηγική επιβίωσης για τον άνθρωπο που έγινε θύμα κακοποίησης και φόβου. Το «Σύνδρομο της Στοκχόλμης» αποτελεί κοινή γνώση και συχνά χρησιμοποιείται από την Αστυνομία ως τακτική που αυξάνει τις πιθανότητες επιβίωσης των ομήρων.

Η αντίδραση του ψυχολογικού δεσμού με τον θύτη μπορεί να εντοπιστεί και σε ερωτικές ή οικογενειακές σχέσεις, όπου ένα μέλος είναι το θύμα και το άλλο θύτης, ο οποίος με κάποιον τρόπο κακοποιεί το θύμα.